Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Λάδι και Δάκρυ για τα παιδιά μας!

,τι κι ν κανε μάνα γιά τό παιδί της ατό πήγαινε στά χαμένα. σες προσπάθειες κι ν κανε νά τό φέρει στό δρόμο το Θεο, τανε καρπες. σπρο  μάνα, μαρο γιός.
Κι σο βλεπε νά βγαίνουν π’ τά χέρια της, μέ τήν χάρη το Θεο, παιδιά πέροχα, ξυπνα, χρήσιμοι νθρωποι στήν κοινωνία, παιδιά περήφανα πού τήν εχανε δασκάλα, καί τό δικό της τό μοναδικό παιδί, πού το φοσιώθηκε λότελα σάν μεινε χήρα, νά μήν ποφασίζει γιά κάτι, τς ρχότανε τρέλα.
παρέα του βαλε κατά νο νά ξεθεμελιώσει καί νά ρημάξει κράτος, θική, θρησκεία, πατρίδα.
λα τώρα σύ μάνα, πού γαλουχήθηκες καί γαλούχησες γενεές γενεν μέ ,τι ραιότερο πάρχει σέ ορανό καί γ, νά συμφωνήσεις μέ τό παιδί ατό.
Μέρες, βδομάδες, μνες λειπε πό τό σπίτι, χωρίς σημάδια ζως. Κι μάνα, χ, ατή μάνα!
Ποιός θά γράψει ποτέ τούς πόνους, τούς μόχθους, τά δάκρυα ατν τν μανάδων, πού δέν βλέπουν καμιά προκοπή, καμιά λαχτάρα στά παιδιά τους! Ο λλες πού δικαιώνονται, χορταίνουν τουλάχιστο μέ τούς παίνους καί τά συχαρίκια τν συγγενν.
μάνα λοιπόν περίμενε. Πάντα περίμενε μιά λλαγή. προσευχή της, τό λιβάνι πού καιγε, τό καντηλάκι πού ναβε, ταν λα, μά λα γι’ ατό τό παιδί.
ταν ρθε  καιρός του νά πάει στρατιώτης, ναθάρρησε μάνα. σως δ βρε τόν αυτό του, επε.
Ατός μως παρουσίασε πιστοποιητικό ψυχιάτρου καί πρε ναβολή.
Καί νά βλέπει μάνα τίς πιτυχίες τν λλων παιδιν, τά πτυχία, τίς ποτροφίες καί τό δικό της παιδί χαμένο στίς δέες του, τίς μηδενιστικές, τίς καταστροφικές.
Κι ατή κε, καντήλι καί θυμίαμα, λάδι καί δάκρυ. Σημάδια κανε τό πάτωμα.
Κάποτε παρουσιάσθηκε στό σπίτι, γιατί πρε τήν πόφαση νά πάει στρατιώτης. «Καλό σημάδι» επε μέσα της μάνα.
Πέρασε λη τήν θητεία του σέ φυλάκιο το βρου. Δέν ρθε νά τή δε οτε μιά φορά. Κι μάνα δέν φησε τό εκονοστάσι χωρίς λάδι καί δάκρυ οτε να βράδυ.
Κάποτε πολύθηκε. Μάϊο μήνα ρθε σια στό σπίτι. Χαρούμενος, κεφάτος, σά νά μήν λειψε οτε μιά μέρα.
Τς ζήτησε χρήματα νά πάει λίγες μέρες στή θάλασσα μέ κάτι φίλους. Το δωσε μέσως.
νιωθε νά παλεύει μάνα μέ κάποιον στθος μέ στθος. Κι’ ατός  κάποιος δέν ταν τό παιδί της.
ταν τό πνεμα το κακο πού πρεπε νά τό νικήσει τό πνεμα το Θεο. Πέρασαν δέκα μέρες κι λη  παρέα γύρισε. Γύρισαν χαρούμενοι.
Επανε τά νέα τους, φάγανε, πιανε καφέ καί τότε γιός τς τς φέρνει να δέμα.
– Μάνα, σο φερα να δρο. Επα νά μήν ρθω μέ δεια χέρια ατή τή φορά. νοιξέ το νά δομε ν σο ρέσει.
– Δρο πό σένα, γόρι μου, καί δέν θά μο ρέσει; Καί μόνο πού μέ σκέφτηκες φτάνει.
νοιξέ το, λοιπόν…
μάνα παίρνει τό δέμα καί τό νοίγει. Μόλις ντίκρισε τό δρο πάγωσε. Τά δάκρυά της αλάκωσαν τά μάγουλά της. ταν να πανέμορφο καντηλάκι, σπάνιας τέχνης.
– Μάνα, σ’ βλεπα πρωΐ καί βράδυ νά νάβεις τό καντήλι καί ξερα, μουνα βέβαιος πώς τό ’κανες γιά μένα.
Στή σκέψη μου, στή θύμησή μου, σ’ φερνα πάντα μπροστά στό καντηλάκι.
Τίποτε δέν μο ξέφευγε π’ σα κανες, π’ σα πέφερες. Κάποιο μέρος θελα νχω σ’ ατή σου τή λαχτάρα. ντε λοιπόν, σήκω.
λα μπράβο, βάζω τό καντηλάκι, βάζεις τό λάδι καί τό… δάκρυ!. Μά σο ’φερα να κόμη κόμη δρο. νοιξέ το!
… Πρε μάνα τό δεύτερο δρο, τό νοίγει καί τί νά δε! να καντήλι!
– Κι λλο παιδάκι μου; Δίδυμα τανε;
– Ατό γιά τό σαλόνι. Φωνάξαμε τόν πατέρα Γρηγόριο νά κάνει γιασμό καί βρκε τό σαλόνι χωρίς καντήλι.
Ξέρεις πόσο ντροπιάστηκα; λόκληρο σαλόνι χωρίς καντήλι;
Μάνες γρότισσες, μάνες νησιώτισες, μάνες πολίτισες, Βορειοηπειρώτισες. Μάνες πού τά παιδιά σας γέμισαν τήν ποδιά σας μέ πτυχία, μέ διπλώματα κι σες ο λλες, πού πασχίζετε μαζί μέ μένα γιά νβρουν τά παιδιά σας μιά θέση στόν λιο…
Καί σες πού πιστεύετε, καί σες πού δέν πιστεύετε, πάρτε τό λάδι καί τό δάκρυ σας κι λτε νά νάψουμε λες μαζί τό καντηλάκι πού φερε γιός μου.
φστε λους ατούς, πού θέλουν τάχα νά προστατέψουν τά παιδιά μας πό ρρώστιες κι ρχίζουν νά διαφημίζουν στήν τηλεόραση νομολόγητους τρόπους, λτε λέω, νά γονατίσουμε καί νά ζητήσουμε π’ τόν Θεό νά σώσει τά παιδιά μας.
Λάδι καί δάκρυ χρειάζονται τά παιδιά μας. Μέ λάδι καί δάκρυ δέν χάνονται ποτέ!
Φανς Μήτσου Θεοδωρίδου «Ζωντανές στορίες» 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου