Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Ιδού οι "πρόσφυγες"

 Ιδού οι "πρόσφυγες"!
Αυτοί που αιματοκύλησαν την Συρία, εμφανίζονται εδώ ως ταλαίπωρα προσφυγάκια.
Δείτε τα φίδια στον κόρφο μας.
Πως  θα γλυτώσουμε από τα προδοταριά που τους έφεραν; 
ΠΗΓΗ

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Σκηνές από το "Χαλέπι"

Η Δύση (Γαλλία, Γερμανία, Αγγλία εξ Ευρώπης) και Αμερική οργάνωσαν την Αραβική άνοιξη. Εξόντωσαν τον Καντάφι και ίδρυσαν το Ισλαμικό Κράτος. Μέρος της Αραβικής άνοιξης ήταν και η εξόντωση του Άσαντ στην Συρία και των Χριστιανών της Μέσης Ανατολής.
Οι άνθρωποί τους ήταν πάντα τα λεγόμενα συνταγματικά τόξα σε όλες τις χώρες. Στην Ελλάδα όποιος εξακολουθεί να θέλει να σκέφτεται ξέρει ποιοι κατηγορούσαν πάντα τον Άσαντ. Δεν είναι μόνο ο ΑΝΤΡ - CIA είναι όλοι τους πλην Χρυσής Αυγής.
Σήμερα αποκαλύπτεται και η συνέχεια με στημένες, δήθεν από το Χαλέπι, σκηνές βίας από το καθεστώς του Άσαντ.
Ποτέ δεν είχαμε καμία αμφιβολία για το τι συμβαίνει εκεί!

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Τα Χριστούγεννα της γιαγιάς _ Ήταν Άνθρωπος ...

Μιά γιαγιά μπῆκε ξυπόλυτη στό λεωφορεῖο καί βρῆκε βοήθεια ἀπό αὐτόν πού κανείς δέν περίμενε…
Μέ τήν πρώτη ματιά ἔβλεπε κανείς ἁπλῶς μιά γριούλα…
Ἔσερνε τά βήματά της στό χιόνι,μόνη, παρατημένη, μέ σκυμμένο κεφάλι. Ὅσοι περνοῦσαν ἀπό τό πεζοδρόμιο τῆς πόλης ἀποτραβοῦσαν τό βλέμμα τους, γιά νά μή… θυμηθοῦν ὅτι τά βάσανα καί οἱ πόνοι δέ σταματοῦν, ὅταν γιορτάζουμε Χριστούγεννα.
Ἕνα νέο ζευγάρι μιλοῦσε καί γελοῦσε μέ τά χέρια γεμάτα ἀπό ψώνια καί δῶρα καί δέν πρόσεξαν τή γριούλα.
Μιά μητέρα μέ δυό παιδιά βιάζονταν νά πᾶνε στό σπίτι τῆς γιαγιᾶς. Δέν ἔδωσαν προσοχή. Ἕνας παπάς εἶχε τό νοῦ του σέ οὐράνια θέματα καί δέν τήν πρόσεξε.
Ἄν πρόσεχαν ὅλοι αὐτοί, θά ἔβλεπαν ὅτι ἡ γριά δέ φοροῦσε παπούτσια.
Περπατοῦσε ξυπόλυτη στόν πάγο καί τό χιόνι. Μέ τά δυό της χέρια ἡ γριούλα μάζεψε τό χωρίς κουμπιά παλτό της στό λαιμό. Φοροῦσε ἕνα χρωματιστό φουλάρι στό κεφάλι· σταμάτησε στή στάση σκυφτή καί περίμενε τό λεωφορεῖο.
Ἕνας κύριος πού κρατοῦσε μία σοβαρή τσάντα περίμενε κι αὐτός στή στάση, ἀλλά κρατοῦσε μία ἀπόσταση.
Μιά κοπέλα περίμενε κι αὐτή, κοίταξε πολλές φορές τά πόδια τῆς γριούλας, δέ μίλησε. Ἦρθε τό λεωφορεῖο καί ἡ
γριούλα ἀνέβηκε ἀργά καί μέ δυσκολία. Κάθισε στό πλαϊνό κάθισμα, ἀμέσως πίσω ἀπό τόν ὁδηγό.
Ὁ κύριος καί ἡ κοπέλα πῆγαν βιαστικά πρός τά πίσω καθίσματα. Ὁ ἄντρας πού καθόταν δίπλα στή γριούλα στριφογύριζε στό κάθισμα κι ἔπαιζε μέ τά δάχτυλά του. «Γεροντική ἄνοια», σκέφτηκε.
Ὁ ὁδηγός εἶδε τά γυμνά πόδια καί σκέφτηκε: «Αὐτή ἡ γειτονιά βυθίζεται ὅλο καί πιό πολύ στή φτώχεια. Καλύτερα νά μέ βάλουν στήν ἄλλη γραμμή, τῆς λεωφόρου».
Ἕνα ἀγοράκι ἔδειξε τή γριά. «Κοίταξε, μαμά, αὐτή ἡ γριούλα εἶναι ξυπόλυτη».
Ἡ μαμά ταράχτηκε καί τοῦ χτύπησε τό χέρι. «Μή δείχνεις τούς ἀνθρώπους, Ἀντρέα! Δέν εἶναι εὐγενικό νά δείχνεις».
«Αὐτή θά ἔχει μεγάλα παιδιά», εἶπε μία κυρία πού φοροῦσε γούνα. «Τά παιδιά της πρέπει νά ντρέπονται».
Αἰσθάνθηκε ἀνώτερη, ἀφοῦ αὐτή φρόντισε τή μητέρα της. Μιά δασκάλα στή μέση του λεωφορείου στερέωσε τά δῶρα πού εἶχε στά πόδια της.
«Δέν πληρώνουμε ἀρκετούς φόρους, γιά νά ἀντιμετωπίζονται καταστάσεις σάν αὐτές;» εἶπε σέ μία φίλη της πού ἦταν δίπλα της.
«Φταῖνε οἱ δεξιοί», ἀπάντησε ἡ φίλη της. «Παίρνουν ἀπό τούς φτωχούς καί δίνουν στούς πλούσιους».
«Ὄχι, φταῖνε οἱ ἄλλοι», μπῆκε στή συζήτηση ἕνας ἀσπρομάλλης.«Μέ τά προγράμματα πρόνοιας κάνουν τούς πολίτες τεμπέληδες καί φτωχούς».
«Οἱ ἄνθρωποι πρέπει νά μάθουν ν’ ἀποταμιεύουν», εἶπε ἕνας ἄλλος πού ἔμοιαζε μορφωμένος. «Ἄν αὐτή ἡ γριά
ἀποταμίευε ὅταν ἦταν νέα, δέ θά ὑπέφερε σήμερα».
Καί ὅλοι αὐτοί ἦταν ἱκανοποιημένοι γιά τήν ὀξύνοιά τους, πού ἔβγαλε τέτοια βαθιά ἀνάλυση.
Ἀλλά ἕνας ἔμπορος αἰσθάνθηκε προσβολή ἀπό τίς ἐξ ἀποστάσεως μουρμοῦρες τῶν συμπολιτῶν του.
Ἔβγαλε τό πορτοφόλι του καί τράβηξε ἕνα εἰκοσάρι. Περπάτησε στό διάδρομο καί τό ἔβαλε στό τρεμάμενο χέρι τῆς
γριούλας. «Πάρε, κυρία, ν’ ἀγοράσεις παπούτσια».
Ἡ γριούλα τόν εὐχαρίστησε κι ἐκεῖνος γύρισε στή θέση του εὐχαριστημένος, πού ἦταν ἄνθρωπος τῆς δράσης.
Μιά καλοντυμένη κυρία τά πρόσεξε ὅλα αὐτά καί ἄρχισε νά προσεύχεται ἀπό μέσα της. «Κύριε, δέν ἔχω χρήματα. Ἀλλά μπορῶ ν’ ἀπευθυνθῶ σέ σένα. Ἐσύ ἔχεις μιά λύση γιά ὅλα. Ὅπως κάποτε ἔριξες τό μάννα ἐξ οὐρανοῦ, καί τώρα μπορεῖς νά δώσεις ὅ,τι χρειάζεται ἡ κυρούλα αὐτή γιά τά Χριστούγεννα».
Στήν ἑπόμενη στάση ἕνα παλικάρι μπῆκε στό λεωφορεῖο. Φοροῦσε ἕνα χοντρό μπουφάν, εἶχε ἕνα καφέ φουλάρι καί ἕνα μάλλινο καπέλο πού κάλυπτε καί τά αὐτιά του. Ἕνα καλώδιο συνέδεε τό αὐτί του μέ μιά συσκευή μουσικῆς.
Ὁ νέος κουνοῦσε τό σῶμα του μέ τή μουσική πού ἄκουγε. Πῆγε καί κάθισε ἀπέναντι στή γριούλα. Ὅταν εἶδε τά
ξυπόλυτα πόδια της, τό κούνημα σταμάτησε. Πάγωσε. Τά μάτια του πῆγαν ἀπό τά πόδια τῆς γιαγιᾶς στά δικά του.
Φοροῦσε ἀκριβά ὁλοκαίνουρια παπούτσια. Μάζευε λεφτά ἀρκετό καιρό γιά νά τά ἀγοράσει καί νά κάνει ἐντύπωση στήν παρέα. Τό παλικάρι ἔσκυψε καί ἄρχισε νά λύνει τά παπούτσια του.
Ἔβγαλε τά ἐντυπωσιακά παπούτσια καί τίς κάλτσες. Γονάτισε μπροστά στή γριούλα. «Γιαγιά, βλέπω ὅτι δέν ἔχεις
παπούτσια. Ἐγώ ἔχω κι ἄλλα».
Προσεκτικά κι ἁπαλά σήκωσε τά παγωμένα πόδια καί τῆς φόρεσε πρῶτα τίς κάλτσες κι ὕστερα τά παπούτσια του. Ἡ γριούλα τόν εὐχαρίστησε συγκινημένη.
Τότε τό λεωφορεῖο ἔκανε πάλι στάση. Ὁ νέος κατέβηκε καί προχώρησε ξυπόλυτος στό χιόνι. Οἱ ἐπιβάτες μαζεύτηκαν στά παράθυρα καί τόν ἔβλεπαν καθώς βάδιζε πρός τό σπίτι του.
«Ποιός εἶναι;», ρώτησε ἕνας.
«Πρέπει νά εἶναι ἅγιος», εἶπε κάποιος.
«Πρέπει νά εἶναι ἄγγελος», εἶπε ἕνας ἄλλος.
«Κοίτα! Ἔχει φωτοστέφανο στό κεφάλι!» φώναξε κάποιος.
«Εἶναι ὁ Χριστός!» εἶπε ἡ εὐσεβής κυρία.
Ἀλλά τό ἀγοράκι, πού εἶχε δείξει μέ τό δάχτυλο τή γιαγιά, εἶπε:«Ὄχι,μαμά τόν εἶδα πολύ καλά. Ἦταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ…».

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Τι να κάνουμε !

Τὰ ράφια τοῦ μεγάλου καταστήματος στὸν Πειραιὰ γέμιζαν καὶ ἄδειαζαν σχε­­δὸν κάθε μέρα. Πλησίαζαν γιο­ρ­τὲς καὶ ἡ κίνηση ἦταν κάπως πιὸ αὐξημένη.
Ὅλα τὰ προϊόντα καλοβαλμένα στὶς θέσεις τους προσελκύουν τὰ βλέμματα καὶ στοχεύουν τὰ πορτοφόλια τῶν πελατῶν. Οἱ πελάτες διαλέγουν τὰ τυποποιημένα προϊόν­τα, ποὺ συχνὰ ἔχουν καὶ προσφορές, καὶ περιμένοντας τὴ σειρά τους στὰ ταμεῖα μὲ τὰ καλάθια τους πληρώνουν καὶ φεύγουν γιὰ τὰ σπίτια τους μὲ γεμάτες σακοῦλες στὰ χέρια τους. Αὐτὴ εἶ­ναι ἡ καταναλωτικὴ ζωὴ καὶ κοινωνία τῆς ἐποχῆς μας. Κάποτε περιμένεις καὶ ὥ­­ρα πολλὴ ὥσπου νὰ βγεῖς ἀπὸ τὸ κατάστημα.

Οἱ ὑπάλληλοι τοῦ καταστήματος, εὐ­­γε­νικοὶ καὶ λιγομίλητοι, προσέχουν πῶς θὰ ἐ­ξυπηρετήσουν καλύτερα τοὺς πελάτες καὶ πῶς θὰ διατηροῦν τὴν ἠρεμία τους, γιὰ νὰ προλαβαίνονται λάθη καὶ παρεξηγήσεις.
Ἡ Νίκη, μιὰ λεπτοκαμωμένη νεαρὴ ὑ­πά­λ­ληλος, ποὺ φοροῦσε μικρὸ χρυσὸ σταυρὸ στὸ λαιμό της καὶ ἄνθιζε πάντα στὰ χείλη της ἕνα λεπτὸ χαμόγελο καὶ δὲν ἔλειπε ποτὲ ὁ καλὸς λόγος ἀπὸ τὸ στόμα της, ξεχώριζε ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Σεμνή, μετρημένη στὰ λόγια της, καλοσυνάτη καὶ εὐδιάθετη. Κι ὅμως πρόσ­φατα εἶχε χάσει ἀπὸ τὴν κακιὰ ἀρρώστια τὸν ἄντρα της καὶ μεγάλωνε τὰ δυὸ ὀρφανὰ ἀγόρια της ξενοδουλεύοντας. Στὴ δουλειά της πάντα ἦταν ὑποδειγματική. Τὸ πῆρε ἀπόφαση νὰ μὴ βάλει δεύτερο ἄντρα στὸ σπίτι της, ἀλλὰ νὰ τιμᾶ ἰσόβια τὴ μνήμη τοῦ συχωρεμένου τοῦ Παύλου.
Τὰ παιδιά της τὰ μεγάλωνε μὲ τὴ βοήθεια τῆς πιστῆς μάνας της χριστιανικὰ καὶ κάθε Κυριακή, ποὺ ἦταν κλειστὸ τὸ κατάστημα, τὰ ἔπαιρνε μαζί της στὴν ἐκκλησία.
Τὶς μέρες λοιπὸν τῶν ἑορτῶν, ποὺ τὸ κα­τάστημα εἶχε περισσότερη ἐργασία, ἡ Νίκη ἤρεμη ὅπως πάντα, ἐργαζόταν συν­εχὲς ὡράριο, διότι μὲ τὴ δουλειά της ἐξασφάλιζε τὸν ἐπιούσιο γιὰ τὰ παιδιά της, γιὰ τὴ μάνα της καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό της, ἀλλὰ κάλυπτε καὶ τὰ ἔξοδα γιὰ τὸ νοίκι τοῦ σπιτιοῦ τους.
Ἤθελε ὅμως, καθὼς πλησίαζαν οἱ γιορ­τὲς τῆς Χριστιανοσύνης, κάτι καλὸ νὰ κάνει κι αὐτή, γιὰ νὰ ἐκφράσει τὴν εὐγνωμοσύνη τῆς καρδιᾶς της πρὸς τὸν Κύριο, ποὺ ἔγινε καὶ ἄνθρωπος φτωχὸς καὶ ταπεινὸς γιὰ τὴ σωτηρία ὅλων μας. Τὸ ἤθελε πολύ, μὲ τὴν καρδιά της. Καὶ παρακαλοῦσε στὴν προσευχή της τὸν Θεὸ νὰ τὴ βοηθήσει νὰ κάνει μιὰ μικρὴ ἔστω πράξη ἀγάπης, γιὰ νὰ χαρεῖ ἡ ψυχή της.
Καὶ ἡ εὐκαιρία δὲν ἄργησε νὰ παρουσιαστεῖ. Ἐκεῖ ποὺ καθόταν μιὰ μέρα στὸ ταμεῖο καὶ περνοῦσαν οἱ πελάτες μὲ τὰ ψώνια τους νὰ πληρώσουν, ἦρθε καὶ στάθηκε στὴν οὐρὰ κι ἕνας γεροντάκος, ποὺ ἔσερνε ἕνα κα­ροτσάκι μὲ λίγα τρόφιμα, μερικὲς κονσέρβες κι ἕνα γκα­ζάκι. Ἀπὸ τὰ ροῦχα του φαινόταν πολὺ φτωχός. Εἶ­δε τὰ τρόφιμά του ἡ Νίκη, τὰ χτύπησε στὴ μηχανή, τοῦ ἔδωσε τὴν ἀπόδειξη καὶ τοῦ εἶπε σιγὰ στὸ αὐτί:
–Πηγαίνετε, κύριε. Κάποιος θέλει νὰ σᾶς κάνει ἕνα δῶ­­­ρο! Ὅσα ψωνίσατε εἶναι πληρωμένα!
–Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ, κυρία μου, ἀπαντᾶ ὁ φτωχὸς δακρυσμένος. Καὶ τὴ γεμίζει μὲ θερμὲς εὐχές.
Φεύγοντας ἐκεῖνος, ἡ Νίκη βγάζει ἀμέσως ἕνα πορτοφόλι ἀπὸ μιὰ ἐσωτερικὴ τσέπη της καὶ πληρώνει στὸ ταμεῖο τὰ εἴδη τοῦ γεροντάκου νιώθοντας πολλὴ χαρά.
Δυὸ πελάτες ὅμως ποὺ περίμεναν πίσω ἀπὸ τὸν γεροντάκο στὴ σειρὰ νὰ πληρώσουν καὶ εἶδαν τὴ σκηνή, ἔμειναν ἔκπληκτοι καὶ τῆς εἶπαν φιλικὰ καὶ μὲ θαυμασμό:
–Νὰ τὰ πληρώσουμε ἐμεῖς, κοπελιά!
–Ἐλᾶτε, σᾶς παρακαλῶ, μὴν καθυστεροῦμε καὶ μεγαλώνει ἡ οὐρά! Ἐγὼ τὸ ἀποφάσισα καὶ τὰ πλήρωσα γιὰ τὴν ὑγεία τῶν παιδιῶν μου! Φτωχοὶ ὑπάρχουν πολλοί. Διάθεση γιὰ βοήθεια νὰ ἔχετε. Καὶ θὰ σᾶς δώσει ὁ Θεὸς πολλὲς εὐκαιρίες! Καλὲς γιορτές!

Καὶ συνέχισε ἤρεμη καὶ εὐδιάθετη τὴ δουλειά της.

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Ιστορίες "επανάστασης" και προδοσίας

Απολαύστε ολίγη από ιστορία ΚΚΕ εις δικαίωση του τίτλου του blog.
Η αλήθεια δεν έχει χορηγό και ουδείς δύναται να την εξαφανίσει από την ζωή μας!

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Για ποιο κράτος δικαίου;;

Όταν είσαι "ανήλικος" Αφγανός, μπορείς να βιάζεις και να σκοτώνεις ελεύθερα στο Ελλαδιστάν. Σε λίγους μήνες είσαι και πάλι ελεύθερος.
Ο δράστης της Κέρκυρας, είναι τώρα δράστης στην Γερμανία και το Γερμανικό κράτος, δικαίως, μας ζητά τα ρέστα!
Όταν στην Ελλάδα μιλάμε για κράτος δικαίου, εννοούμε το δίκαιο των δολοφόνων θυτών και όχι των θυμάτων.
Ιδού η ιστορία.
Περισσότερα

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Να ελπίζουμε ....


Λάδι και Δάκρυ για τα παιδιά μας!

,τι κι ν κανε μάνα γιά τό παιδί της ατό πήγαινε στά χαμένα. σες προσπάθειες κι ν κανε νά τό φέρει στό δρόμο το Θεο, τανε καρπες. σπρο  μάνα, μαρο γιός.
Κι σο βλεπε νά βγαίνουν π’ τά χέρια της, μέ τήν χάρη το Θεο, παιδιά πέροχα, ξυπνα, χρήσιμοι νθρωποι στήν κοινωνία, παιδιά περήφανα πού τήν εχανε δασκάλα, καί τό δικό της τό μοναδικό παιδί, πού το φοσιώθηκε λότελα σάν μεινε χήρα, νά μήν ποφασίζει γιά κάτι, τς ρχότανε τρέλα.
παρέα του βαλε κατά νο νά ξεθεμελιώσει καί νά ρημάξει κράτος, θική, θρησκεία, πατρίδα.
λα τώρα σύ μάνα, πού γαλουχήθηκες καί γαλούχησες γενεές γενεν μέ ,τι ραιότερο πάρχει σέ ορανό καί γ, νά συμφωνήσεις μέ τό παιδί ατό.
Μέρες, βδομάδες, μνες λειπε πό τό σπίτι, χωρίς σημάδια ζως. Κι μάνα, χ, ατή μάνα!
Ποιός θά γράψει ποτέ τούς πόνους, τούς μόχθους, τά δάκρυα ατν τν μανάδων, πού δέν βλέπουν καμιά προκοπή, καμιά λαχτάρα στά παιδιά τους! Ο λλες πού δικαιώνονται, χορταίνουν τουλάχιστο μέ τούς παίνους καί τά συχαρίκια τν συγγενν.
μάνα λοιπόν περίμενε. Πάντα περίμενε μιά λλαγή. προσευχή της, τό λιβάνι πού καιγε, τό καντηλάκι πού ναβε, ταν λα, μά λα γι’ ατό τό παιδί.
ταν ρθε  καιρός του νά πάει στρατιώτης, ναθάρρησε μάνα. σως δ βρε τόν αυτό του, επε.
Ατός μως παρουσίασε πιστοποιητικό ψυχιάτρου καί πρε ναβολή.
Καί νά βλέπει μάνα τίς πιτυχίες τν λλων παιδιν, τά πτυχία, τίς ποτροφίες καί τό δικό της παιδί χαμένο στίς δέες του, τίς μηδενιστικές, τίς καταστροφικές.
Κι ατή κε, καντήλι καί θυμίαμα, λάδι καί δάκρυ. Σημάδια κανε τό πάτωμα.
Κάποτε παρουσιάσθηκε στό σπίτι, γιατί πρε τήν πόφαση νά πάει στρατιώτης. «Καλό σημάδι» επε μέσα της μάνα.
Πέρασε λη τήν θητεία του σέ φυλάκιο το βρου. Δέν ρθε νά τή δε οτε μιά φορά. Κι μάνα δέν φησε τό εκονοστάσι χωρίς λάδι καί δάκρυ οτε να βράδυ.
Κάποτε πολύθηκε. Μάϊο μήνα ρθε σια στό σπίτι. Χαρούμενος, κεφάτος, σά νά μήν λειψε οτε μιά μέρα.
Τς ζήτησε χρήματα νά πάει λίγες μέρες στή θάλασσα μέ κάτι φίλους. Το δωσε μέσως.
νιωθε νά παλεύει μάνα μέ κάποιον στθος μέ στθος. Κι’ ατός  κάποιος δέν ταν τό παιδί της.
ταν τό πνεμα το κακο πού πρεπε νά τό νικήσει τό πνεμα το Θεο. Πέρασαν δέκα μέρες κι λη  παρέα γύρισε. Γύρισαν χαρούμενοι.
Επανε τά νέα τους, φάγανε, πιανε καφέ καί τότε γιός τς τς φέρνει να δέμα.
– Μάνα, σο φερα να δρο. Επα νά μήν ρθω μέ δεια χέρια ατή τή φορά. νοιξέ το νά δομε ν σο ρέσει.
– Δρο πό σένα, γόρι μου, καί δέν θά μο ρέσει; Καί μόνο πού μέ σκέφτηκες φτάνει.
νοιξέ το, λοιπόν…
μάνα παίρνει τό δέμα καί τό νοίγει. Μόλις ντίκρισε τό δρο πάγωσε. Τά δάκρυά της αλάκωσαν τά μάγουλά της. ταν να πανέμορφο καντηλάκι, σπάνιας τέχνης.
– Μάνα, σ’ βλεπα πρωΐ καί βράδυ νά νάβεις τό καντήλι καί ξερα, μουνα βέβαιος πώς τό ’κανες γιά μένα.
Στή σκέψη μου, στή θύμησή μου, σ’ φερνα πάντα μπροστά στό καντηλάκι.
Τίποτε δέν μο ξέφευγε π’ σα κανες, π’ σα πέφερες. Κάποιο μέρος θελα νχω σ’ ατή σου τή λαχτάρα. ντε λοιπόν, σήκω.
λα μπράβο, βάζω τό καντηλάκι, βάζεις τό λάδι καί τό… δάκρυ!. Μά σο ’φερα να κόμη κόμη δρο. νοιξέ το!
… Πρε μάνα τό δεύτερο δρο, τό νοίγει καί τί νά δε! να καντήλι!
– Κι λλο παιδάκι μου; Δίδυμα τανε;
– Ατό γιά τό σαλόνι. Φωνάξαμε τόν πατέρα Γρηγόριο νά κάνει γιασμό καί βρκε τό σαλόνι χωρίς καντήλι.
Ξέρεις πόσο ντροπιάστηκα; λόκληρο σαλόνι χωρίς καντήλι;
Μάνες γρότισσες, μάνες νησιώτισες, μάνες πολίτισες, Βορειοηπειρώτισες. Μάνες πού τά παιδιά σας γέμισαν τήν ποδιά σας μέ πτυχία, μέ διπλώματα κι σες ο λλες, πού πασχίζετε μαζί μέ μένα γιά νβρουν τά παιδιά σας μιά θέση στόν λιο…
Καί σες πού πιστεύετε, καί σες πού δέν πιστεύετε, πάρτε τό λάδι καί τό δάκρυ σας κι λτε νά νάψουμε λες μαζί τό καντηλάκι πού φερε γιός μου.
φστε λους ατούς, πού θέλουν τάχα νά προστατέψουν τά παιδιά μας πό ρρώστιες κι ρχίζουν νά διαφημίζουν στήν τηλεόραση νομολόγητους τρόπους, λτε λέω, νά γονατίσουμε καί νά ζητήσουμε π’ τόν Θεό νά σώσει τά παιδιά μας.
Λάδι καί δάκρυ χρειάζονται τά παιδιά μας. Μέ λάδι καί δάκρυ δέν χάνονται ποτέ!
Φανς Μήτσου Θεοδωρίδου «Ζωντανές στορίες»